διαρροϊκός

-ή, -ό
1. σχετικός με διάρροια ή οφειλόμενος σε διάρροια («διαρροϊκά κόπρανα»)
2. ως ουσ. αυτός που πάσχει από διάρροια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαρροϊκός — ή, ό αυτός που έχει σχέση με τη διάρροια: Διαρροϊκά συμπτώματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρροικοί — διαρροικός suffering from diarrhoea masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρροικούς — διαρροικός suffering from diarrhoea masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • diarreico — ► adjetivo Que tiene relación con la diarrea: ■ cólico diarreico; síntomas diarreicos. * * * diarreico, a adj. De [la] diarrea. * * * diarreico, ca. (Del lat. tardío diarrhoĭcus, y este del gr. διαρροϊκός). adj. Perteneciente o relativo a la… …   Enciclopedia Universal

  • diarreico — diarreico, ca (Del lat. tardío diarrhoĭcus, y este del gr. διαρροϊκός). adj. Perteneciente o relativo a la diarrea …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.